φούλ

φούλ
το άκλ. фулль (комбинация одинаковых карт в покере)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "φούλ" в других словарях:

  • φουλ — το άκλ. (λ. αγγλ.) 1. συνδυασμός τριών όμοιων τραπουλόχαρτων με άλλα δύο όμοια στα παιχνίδια του πόκερ και της πόκας: Φουλ του άσου. 2. χωρίς το άρθρο ως επίθ., φουλ πλήρης, γεμάτος, κατάμεστος: Το γήπεδο ήταν φουλ από φιλάθλους. 3. ως επίρρ.,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φουλ — το, Ν άκλ. 1. συνδυασμός τριών όμοιων τραπουλόχαρτων με άλλα δύο όμοια, στο πόκερ και στην πόκα («φουλ τού άσσου») 2. ως επίθ. υπερπλήρης, γεμάτος («η αίθουσα ήταν φουλ») 3. (ως επίρρ.) με όλη τη δυνατή ένταση (α. «δουλεύει φουλ» β. «έτρεχε… …   Dictionary of Greek

  • φουλ(λ)ίδερ — Α (κατά τον Ησύχ.) (στους Λάκωνες) «παρθένων χορός» …   Dictionary of Greek

  • -ιστός — (ΑΜ ιστός) παρεκτεταμένος τ. τής κατάλ. τος τών ρηματικών επιθ. (πρβλ. αγαπη τός < αγαπώ, λυ τός < λύω) από το θ. σε ισ τού αορ. πολλών ρημάτων (συνήθως σε ίζω), πρβλ. αρχ. κυλίνδω «κυλῶ», αόρ. ἑκύλ ισ α > κυλ ισ τός, νεοελλ. γεμ ίζω,… …   Dictionary of Greek

  • κλόουν — (clown). Αγγλικός όρος που χρησιμοποιείται σε όλο τον κόσμο για να χαρακτηρίσει έναν τύπο καλλιτέχνη, κωμικό και ακροβάτη, που εμφανίζεται στο τσίρκο ή, σπανιότερα, στα θέατρα με ποικίλο πρόγραμμα και στα μιούζικ χολ. Ο κ., στον οποίο λανθασμένα… …   Dictionary of Greek

  • φουλάρω — Ν 1. γεμίζω, είμαι γεμάτος 2. γεμίζω τελείως κάτι («φουλάρω το ντεπόζιτο») 3. τρέχω όσο γίνεται πιο γρήγορα 4. καταβάλλω τη μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < φουλ + κατάλ. άρω*] …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένο Βασίλειο — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας Συντομευμένη ονομασία: Μεγάλη Βρετανία Έκταση: 244.820 τ. χλμ. Πληθυσμός: 59.647.790 (2001) Πρωτεύουσα: Λονδίνο (6.962.319 κάτ. το 2001)Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • Σενεγάλη — Κράτος της Δυτικής Αφρικής. Συνορεύει στα Β με τη Mαυριτανία, Α με το Mάλι και στα Ν με τη Γουινέα και την Γκάμπια. Στα Δ βρέχεται από τον Ατλαντικό Ωκεανό.H Σενεγάλη αντιστοιχεί στο ομώνυμο πρώην έδαφος της Δυτικής Γαλλικής Aφρικής (AOF), που… …   Dictionary of Greek

  • φουλαριστός — ή, ό επίρρ. ά 1. πλήρης, γεμάτος, κατάμεστος, φουλ: Το βαρέλι ήταν φουλαριστό με κρασί. 2. αυτός που πηγαίνει πολύ γρήγορα, που τρέχει με μεγάλη ταχύτητα: Πέρασε ένα αυτοκίνητο φουλαριστό για Θεσσαλονίκη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»